Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Ιστορικά ντοκουμέντα από το βιβλίο "Σελίδες Δόξης"


Του Αντώνη Κολιάτσου

Την Πέμτη 28/10/2010, θα γιορτάσουμε τα 70 χρόνια του μεγάλου «ΟΧΙ» και την εποποιία , που ο Έλληνας φαντάρος πραγματοποίησε στα κακοτράχαλα βουνά της Βορείου Ηπείρου.
Γυρίζοντας  τη μηχανή του χρόνου 70 χρόνια πίσω, στον Οκτώβριο του 1940, παραθέτουμε, «επετειακή αδεία», τα πιο κάτω δημοσιογραφικά ενθυμήματα  τα οποία πέρα από το  «εφημεριδο-γραφικό» ενδιαφέρον  που ενδεχομένως παρουσιάζουν, πιστεύουμε πως είναι χρήσιμο να τα πληροφορηθούν οι νεότερες γενιές και να τα θυμηθούνε οι παλαιότερες.



Πρόκειται για  ιστορικά ντοκουμέντα, τα οποία δανειζόμαστε από το βιβλίο(**) «Σελίδες Δόξης», του αειμνήστου Χρήστου Κολιάτσου(σ.σ ήταν αδελφός του πατέρα μου), ο οποίος υπήρξε διακεκριμένος δημοσιογράφος της ιστορικής εφημερίδας «Η Καθημερινή», στενός συνεργάτης του Γεωργίου Αγγ. Βλάχου(Γ.Α.Β) και πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας στον πόλεμο του 40.
Το πρώτο αναφέρεται στην συγκλονιστική δοξολογία, την πρώτη που ετελέσθη στο ελεύθερο Αργυρόκαστρο, τον Δεκέμβριο του 1940.
Το πρώτο μας  μεταφέρει νοερά στα Γιάνεννα τις πρώτες μέρες του πολέμου. Είναι μια αλησμόνητη εικόνα που τη συνθέτουν  τα εθνικά χρώματα της ιερής συγκίνησης, της ψυχικής ανάτασης, του μεγάλου αγωνιστικού  ενθουσιασμού και του υψηλού πατριωτικού φρονήματος του Ηπειρώτικου λαού και του προετοιμαζόμενου για τη μεγάλη εποποιία  Ελληνικού Στρατού.
Το δεύτερο  αναφέρεται στην συγκλονιστική δοξολογία, την πρώτη που ετελέσθη στο ελεύθερο Αργυρόκαστρο, τον Δεκέμβριο του 1940..
Το τρίτο περιγράφει  τη δραματική εκείνη νύχτα κοντά στο Τεπελένι, όπου μια ομάδα Ελλήνων δημοσιογράφων έζησε έντονα τη φρίκη του πολέμου αλλά και το μεγαλείο εκείνου του αγώνα, που δικαιολογημένα απεκλήθη Ελληνικό θαύμα.
Για ένα ασυνήθιστο, για τις δύσκολες  εκείνες μέρες του πολέμου περιστατικό διανθισμένο με αρκετές δόσεις χιούμορ, μιλάει το επόμενο…επεισόδιο. Συνέβη στο σπίτι του Καρατζά στη Δερβιτσάνη, με… το «Βασιλικό» κρεβάτι, είχε για πρωταγωνιστές τον αείμνηστο Σπύρο Μελά, δημοσιογράφο και Ακαδημαϊκό και τον Χρήστο Κολιάτσο, οι οποίοι, ως απεσταλμένοι μεγάλων Αθηναϊκών εφημερίδων στο μέτωπο, πολλές φορές βρέθηκαν μαζί στη δίνη του πολέμου.
Τέλος η αφήγηση  κλείνει με  την επιστολή, μνημείο  λογοτεχνικής ωραιότητας και πηγή υψηλών πατριωτικών αισθημάτων , γραμμένη από τον αείμνηστο Σπύρο Μελά, της Ακαδημίας Αθηνών, με την οποία,  ο ίδιος, συγχαίρει τον συνάδελφό του δημοσιογράφο και μετέπειτα συγγραφέα Χρήστο Κολιάτσο για την συγγραφή και αποστολή του προαναφερθέντος βιβλίου του.
Το αφιέρωμα που ακολουθεί, δεν στοχεύει σε μια  ακόμη περιγραφή  του  κλίματος της εποχής ή να εκθειάσει το γεγονός ότι ένας λαός ,τότε, μέσα σε μια πρωτόγνωρη  πατριωτική έξαρση, γιόρταζε και μάχονταν τον Ιταλό εισβολέα. Άλλωστε, ο γράφων αν και δημοσιογράφος, δεν  είναι  ο «καταλληλότερος» να αφηγηθεί το μεγαλειώδες «εκείνο τότε» των παιδιών της Ελλάδας , που με τα ασύλληπτου μεγαλείου και άφθαστου ηρωϊσμού πολεμικά κατορθώματά τους, προκαλούσαν την έκπληξη και τον θαυμασμό ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Απλά με  την αναδρομή αυτή κατά ένα τρόπο παροτρύνει  να τιμήσουμε τους ηρωϊκούς πολεμικούς ανταποκριτές εκείνης της εποχής, και να θυμηθούμε κάποια περιστατικά , ενδεικτικά της πολύτιμης προσφοράς τους.….
Να  ξαναθυμηθούμε τους ωραίους εκείνους  Έλληνες δημοσιογράφους, που μας έκαναν να μάθουμε για τις πράξεις υπέρτατης θυσίας και άφθαστου ηρωϊσμού της γενιάς των πατέρων και παππούδων μας…
Να  τους τιμήσουμε, γιατί, όντας απόλυτα αφοσιωμένοι στο καθήκον, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου,  συμμετείχαν εθελοντικά στις περισσότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις, έζησαν από κοντά τη φρίκη του πολέμου και αψήφησαν  τους κινδύνους του,  αδιαφορώντας πολλές φορές ακόμη και για την ίδια τη ζωή τους…
Να  τους «συγχαρούμε», έστω καθυστερημένα, γιατί «κυνήγησαν» με πάθος την είδηση και την μετέδωσαν στην υπόλοιπη Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο, με τρόπο θαυμαστό και πραγματικά αυθεντικό.
Και να τους ευχαριστήσουμε γιατί, ως αυτόπτες μάρτυρες   των συγκλονιστικών επιτευγμάτων εκείνης της   εποποιίας , ο Ελληνικός  λαός και οι  υπό  Γερμανική κατοχή  λαοί της Ευρώπης μέσα από τις πολεμικές ανταποκρίσεις τους, έπαιρναν κουράγιο και μηνύματα ελπίδας.


ΠΡΩΤΕΣ  ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ
ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ 
«…Τρέχαμε τις πρώτες μέρες του πολέμου  αλλόφρονες, στα επιτελεία, στα νοσοκομεία, πιάναμε τους οδηγούς των αυτοκινήτων, τους διαγελείς αξιωματικούς και ταχυδρόμους και προσπαθούσαμε να βγάλουμε καμιά σημαντική είδηση. Να μάθουμε κάτι καινούργιο. Βλέπαμε στην αναγγελία της πτώσεως του Αργυροκάστρου όχι μόνο σαν ένα καινούργιο θρίαμβο του ηρωικού μας στρατού, αλλά και σαν μια κολοσσιαία δημοσιογραφική επιτυχία. Ποιος πρώτος θα έμπαινε με τα στρατεύματά μας στην μαρτυρική αυτή πόλη. Γι’ αυτόν τον λόγο είχαμε αρχίσει να επιμένουμε καθημερινά στην κατάληψη του Αργυροκάστρου με την φαντασία και τα μολύβια… Μας είχε στριμώξει κυριολεκτικά η κακοκαιρία. Χιόνια, χιονοθύελλες, καταρρακτώδεις βροχές, παγωνιά, υγρασία, λάσπη και επιπλέον 15-20 εχθρικές αεροπορικές επιδρομές την ημέρα. Δεν έβρισκες καταφύγιο και ησυχία πουθενά. ΤΑ καφενεία της πόλης των Ιωαννίνων κατάμεστα από αξιωματικούς και στρατιώτες. Μέσα σε μία αποπνικτική ατμόσφαιρα δεν κατόρθωνες να βρεις ένα φασκόμηλο. Όλη η στρατευθείσα και επί ποδός πολέμου Ελλάς περνούσε σε ατελείωτες φάλαγγες, νύχτα και μέρα από τα Ιωάννινα. Γιατροί, δικηγόροι, γεωπόνοι, τραπεζικοί, βιομήχανοι, έμποροι, επαγγελματίες, εργάτες και αγρότες σφιγμένοι μέσα στη στολή τους, αγκαλιά με το όπλο και φορτωμένοι το γυλιό τους, βάδιζαν προς τα Ηπειρωτικά βουνά για να εκπληρώσουν ένα ιερό χρέος στην προσταγή της Πατρίδας.
      Και ποιος δεν θυμάται το Στάθη  Δέντο, τον γνήσιο πατριώτη εστιάτορα  από τη Βόρειο Ήπειρο, σε αυτές τις  δύσκολες ου πολέμου ημέρες; Δεν  προφθάναμε να πάρουμε στα χέρια  μας ένα πιάτο φαγητό και καινούργιος  συναγερμός. Ύπουλα, δολοφονικά τα μολυβένια  Ιταλικά βομβαρδιστικά ξεπετιώταν ξαφνικά πίσω από το Μιτσικέλι, για να χτυπήσουν αλύπητα τον άμαχο πληθυσμό της πόλης. Αληθινά δεν ήταν ζωή αυτή, ήταν ένα διαρκές μαρτύριο, ένας συνεχής εκνευρισμός και διαρκής υπερδιέγερση που εμείς οι δημοσιογράφοι υποχρεωνόμασταν να τη ζούμε, γιατί μόνο η πόλη των Ιωαννίνων δεχόταν δημοσιογραφικά τηλεγραφήματα και δεν είχαμε άλλο μέσο επικοινωνίας με τις εφημερίδες μας.
      Ήταν  αδύνατο να πείσουμε ούτε τον Πεντζόπουλο επιτελάρχη του Σώματος ούτε τον Αρβανίτη αξιωματικό του 2ου γραφείου πληροφοριών, να μας πουν κάτι αξιόλογο από ειδησεογραφικής απόψεως, κάτι που ίσως ήταν πρόωρο να γνωσθεί ή είχε σχέση με την πρόοδο των επιχειρήσεων. Η μοναδική φιλόξενη γωνιά για τους πολεμικούς ανταποκριτές τις πρώτες ημέρες του πολέμου και αργότερα ήταν το γραφείο του επιτελάρχη της στρατιωτικής διοικήσεως των Ιωαννίνων συνταγματάρχου Αλ. Παππά, ο οποίος ήταν και λογοκριτής των τηλεφραφημάτων μας. Την δημοσιογραφική συντροφιά των αλησμόνητων εκείνων ημερών του 40 αποτελούσαμε οι συνάδελφοι: ο Ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς, ο Στάθης Θωμόπουλος, ο Κώστας Αθάνατος, ο Θ. Μαλαβέτας, ο Παύλος Παλαιολόγος, Κ. Τριαντάφυλλίδης. Παν. Καψής. Γ. Ρούσσος, Κ. Παπαδάκης, ο υποφαινόμενος (σ.σ Χρ. Κολιάτσος) κ.ά. 
Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ  ΣΤΟ
ΕΛΕΥΘΕΡΟ  ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ
«…Τη  δημοσιογραφική συντροφιά των αλησμόνητων  εκείνων ημερών του 40, αποτελούσαμε οι συνάδελφοι: Ο Ακαδημαϊκός και  δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς, ο Στάθης Θωμόπουλος, ο Κώστας Αθάνατος, ο Θ. Μαλαβέτας, ο Παύλος Παλαιολόγος, Κ. Τριανταφυλλίδης, Παν. Καψής, Γεωρ. Ρούσσος, Κ. Παπαδάκης, ο  Χρήστος Κολιάτσος, κ.ά.
Ένα Δεκεμβριανό  πρωινό, που είχε κάπως ξεκαθαρίσει  ο ουρανός και τα εχθρικά αεροπλάνα  εφορμούσαν κατά κύματα, ο Π. Παλαιολόγου  με φώναξε εμπιστευτικά παράμερα και  μου είπε: «Δεν βρίσκεις κανένα αυτοκίνητο να πάμε παραέξω, γιατί εδώ θα μουχλιάσουμε και θα μας σκοτώσουν σαν σκυλιά τα αεροπλάνα; Έχω και μια προαίσθηση πως θα επιτύχουμε καλό κυνήγι»;
      Πράγματι, βρήκα από τον επιτελάρχη της  Στρατιωτικής Διοικήσεως, συνταγματάρχη  Αλ. Παππά, ένα αυτοκίνητο πήραμε μαζί και τον Γ. Ρούσσο του «ΕΛ. ΒΗΜΑΤΟΣ» και τραβήξαμε για τη Ζίτσα που ήταν εκείνες τις μέρες ο σταθμός διοικήσεως του Α Σώματος Στρατού.
      Αλλά  και εδώ η ίδια τύχη και απογοήτευση  μας περίμενε. Δεν προκάναμε να κατέβουμε από το αυτοκίνητο και  ακούσαμε να χτυπά η καμπάνα της εκκλησίας του Προφήτη Ηλία… «Ιταλικά αεροπλάνα» φώναζαν τα παιδιά.
      Χωθήκαμε  σε κάτι χαντάκια πρόχειρα και πριν καλά-καλά κρυφθούμε, ολόκληρη η περιοχή  ετραντάζετο από τις εκρήξεις των βομβών…
      Εκεί  στο γραφείο του Επιτελάρχη, όταν γυρίσαμε, με μασημένα και αόριστα λόγια, χωρίς χρονολογίες πληροφορηθήκαμε ή μάλλον οσφρανθήκαμε το μεγάλο Εθνικό γεγονός ότι επέκειτο η πτώση του Αργυροκάστρου.
      Επιφυλακή- φώναξε ο Παύλος Παλαιολόγος. Βρήκαμε ένα αυτοκίνητο, πήραμε μαζί τον απεσταλμένο της «Βραδυνής» και τον Γιαννιώτη πράκτορα των Εφημερίδων Χρήστο Τσούρνο και θέσαμε «υπό παρακολούθηση» τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα.
      Γνωρίζαμε την υπόσχεση που είχε δώσει ο  Ιεράρχης από τον Βορειοηπειρωτικό αγώνα του 1914: Να κάμη αυτός την  δοξολογία στην απελευθέρωση του Αργυροκάστρου.
      Αυτή  τη φορά η τύχη μας ευνόησε. Μπροστά  το αυτοκίνητο του Αρχιεπισκόπου, πίσω, κατά πόδας εμείς. Δεν μπορούσαμε όμως να διακρίνουμε ούτε σε ένα  μέτρο απόσταση από τα  θαμπά  τζάμια του αυτοκινήτου και την  κατακλυσμιαία βροχή.
      Φθάσαμε στους Αγίους, στη γέφυρα του Παρακαλάμου. Η γέφυρα αυτή ανατινάχθηκε από τους δικούς μας κατά τη στρατηγική σύμπτυξη των πρώτων ημερών της εισβολής και  ξαναγκρεμίστηκε από τους ατάκτως  υποχωρούντες Ιταλούς. Οι στρατιώτες μας  είχαν πρόχειρα στηρίξει ένα πολύ χαμηλό γεφυράκι με καδρόνια και όταν περνούσαν αυτοκίνητα τα κρατούσαν οι ίδιοι με συρματόσχοινα για να μην το πάρει ο δυναμωμένος, αγριεμένος και ορμητικός από βροχές Παρακάλαμος. Κατεβήκαμε από τα αυτοκίνητα και με χίλιες δύο δυσκολίες και κινδύνους περάσαμε πεζοί το γεφυράκι χωμένοι μέχρι τα γόνατα στα νερά του Παρακαλάμου. Πέρασαν και τα αυτοκίνητα, ξαναμπήκαμε και μετά δύο ώρες φτάσαμε στο Ελληνικό πλέον Αργυρόκαστρο, που έπλεε στα Ελληνικά χρώματα…
      Ο Μητροπολίτης Αργυροκάστρου Παντελεήμων ντυμένος στα χρυσοκέντητα ιερά του άμφια, με ολόκληρο τον κλήρο και τα εξαπτέρυγα, υπεδέχθη τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα. Οι δύο Ιεράρχες αντάλλαξαν δακρυσμένοι από συγκίνηση και Εθνική χαρά χριστιανικό ασπασμό, ενώ οι κώδωνες των εκκλησιών εκρούοντο χαρμόσυνοι και ο κάτοικοι έκλαιγαν και εζητοκραύγαζαν από χαρά και Εθνική υπερηφάνεια.
      Μέσα  σε μια ατμόσφαιρα θρησκευτικής κατάνυξης, ευλάβειας, πατριωτικής έξαρσης  και Εθνικού μεγαλείου ενώ  ακούγονταν οι λυγμοί και έτρεχαν  από τα μάτια όλων μας δάκρυα χαρά και ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, εψάλη, παρουσία των στρατιωτικών αρχών, «η ευχαριστήρια προς τον Ύψιστον» δοξολογία από τους Ιεράρχες Σπυρίδωνα Ιωαννίνων και Παντελεήμονα Αργυροκάστρου.
      Ήτο κάτι το απίστευτο, κάτι το ανέλπιστο  για όλους μας. Μας κατάκλυζαν τα αισθήματα της Εθνικής υπερηφάνειας και χαράς για τα συντελούμενα ηρωικά και ένδοξα κατορθώματα των παιδιών της Ελλάδας. Ο Παύλος Παλαιολόγος κυττάζοντας τον ουρανό εσταυροκοπείτο και έλεγε: «Πως νικάμε Θεέ μου εμείς οι Έλληνες…Ας είναι δοξασμένο το όνομά σου…» Δεν μας τρόμαζε πλέον καμία εχθρική απειλή και κανένας κίνδυνος δεν μπορούσε να αναχαιτίσει την ορμή και την αποφασιστικότητα για την τελική Νίκη των πολεμιστών μας. Είχε ριζωθεί βαθειά στην καρδιά μας η πεποίθηση ότι ο Θεός ήταν μαζί μας.
      Έτσι  αδελφωμένοι τις ημέρες εκείνες  τις δοξασμένες και αθάνατες πιστεύαμε  ότι ο πόλεμος ήταν μια εκδρομή  ή ένα ομαδικό αναψυχής ταξίδι, που κανείς δεν ήθελε να το χάσει.
      Στο γυρισμό μας είχαμε περιπέτειες  και ταλαιπωρίες. Οι βροχές δυνάμωσαν και πλημμύρισε ολόκληρος ο Δρίνος, ο οποίος παρέσυρε την πρόχειρη γέφυρα στους Γεωργουτσάδες. Διακόσια και πλέον αυτοκίνητα φορτηγά, νοσοκομειακά και επιβατικά κόλλησαν μέσα στις λάσπες χωρίς να μπορούν να κινηθούν.
      Ο Στρατηγός Μπάκος, διοικητής της 3ης Μεραρχίας, αγωνιζόταν ο ίδιος να αποκαταστήσει την συγκοινωνία, για να περάσουν οι βαριές πυροβολαρχίες του, που ήταν επείγουσα ανάγκη να κυνηγήσουν τον υποχωρούντα προς το Τεμπελένι εχθρό Όλες οι υπεράνθρωπες προσπάθειες του στρατού δεν έφεραν την ημέρα αυτή κανένα αποτέλεσμα. Ευτυχώς τα χιόνια και οι βροχές είχαν περιορίσει την ορατότητα στο μηδέν και αποφεύγαμε τις αεροπορικές επιδρομές. Περάσαμε τη βραδυά μας μέσα σε μια σκηνή που ήταν στημένη σε μια κοντινή προς τη γέφυρα πλαγιά, όρθιοι, γιατί η λάσπη έφθανε μέχρι τον αστράγαλο. Κοντά εκεί σε μια σπηλιά για να μη φαίνεται η φωτιά, έβραζε μέσα σε ένα τενεκέ της βενζίνας μια αιωνόβια γίδα με κρεμύδια. Ήταν συσσίτιο πολυτελείας του στρατηγού και δικό μας που του είμαστε φιλοξενούμενοι. Για καθίσματα είχαμε βρεγμένα τσουβάλια με κριθάρι και σε ένα άδειο κουτί από γάλα έκαιγε ένα σπερματσέτο . Η όλη εικόνα έδινε την εντύπωση πολιτισμένων τρωγλοδυτών που περισώθηκαν με αυτά τα πενιχρά μέσα από την καταστροφή του κόσμου…».


Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ ΚΟΝΤΑ
ΣΤΟ ΤΕΠΕΛΕΝΙ 
«…Με  τους συναδέλφους Στάθη Θωμόπουλο  και τον αλησμόνητο Θωμά Μαλαβέτα φύγαμε από το Αργυρόκαστρο, περάσαμε από τη γέφυρα της Παληοκάστρας, για να πάμε στο Κούτσι κοντά στα Κολώνια, που ήταν ο σταθμός διοικήσεως της 8ης Μεραρχίας.
      Η γέφυρα της Παληοκάστρας ήταν γκρεμισμένη. Είχε ανατιναχθή κατά την εσπευσμένη υποχώρηση από τους Ιταλούς. Τρεις  σταυροί νωπών τάφων, Ελλήνων  ηρώων στρατιωτών, δίπλα από τα συντρίμμια της γέφυρας του Δρίνου, μας ανακόπτουν το δρόμο για ένα  ευλαβικό προσκύνημα. Στους δύο σταυρούς υπήρχαν γραμμένα πρόχειρα τα ονόματα, στον τρίτο σταυρό η επιγραφή «Άγνωστος»…
      Σκοτώθηκαν  και οι τρεις μόλις προς μιας ώρας, σχεδόν πολτοποιήθηκαν από ένα βλήμα  βαρέος Ιταλικού πυροβολικού. Ολόκληρη η περιοχή εκείνη εβάλλετο συνεχώς από τις εχθρικές του Τεπελενίου και της Κλεισούρας πυροβολαρχίες. Οι Ιταλοί είχαν προνομιούχα παρατηρητήρια στο «Σεντέλι» και στο «Λέκλι» και δεν μας άφηναν να ξεμυτίσουμε. Ξόδευαν όλη την ημέρα και τη νύχτα τα βλήματά τους χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Άλλαξαν με την επιμονή τους και με τα συνεχή πυρά οι Ιταλοί, σε λίγα μέτρα τον ρουν του Δρίνου ποταμού. Πάνω στο προσκύνημα μας βρήκε μια μεγάλη και ισχυρή εχθρική αεροπορική επιδρομή, από βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά αεροπλάνα. Δεν ξέραμε από πού να πάμε, γιατί ήταν πεδινή η περιοχή που βρισκόμαστε. Τραβήξαμε κοντά σε μια χαράδρα υπήρχε καμουφλαρισμένη μια μεγάλη σκηνή εφοδιασμού του 11ου Συντάγματος.
Τα εχθρικά  καταδιωκτικά αεροπλάνα αποσπάστηκαν από το σχηματισμό τους κατήλθαν σε χαμηλό ύψος, έκαναν ελιγμούς και πυροβολούσαν τα αυτοκίνητα που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα για να προφυλαχθούν.
      Ο Θωμόπουλος μας φώναξε: Πέστε κάτω με την κοιλιά γιατί χαθήκαμε… Μείναμε έτσι ισοπεδωμένοι με τη μάνα γη πάνω από μισή ώρα.
      Άρχισε  εν τω μεταξύ να σκοτεινιάζει και να πέφτει πυκνό το χιόνι. Η λάσπη έφθανε ως το γόνατο και οι εχθρικές οβίδες έσκαγαν με δαιμονιώδη κρότο δίπλα μας. Νηστικοί και παγωμένοι τραβήξαμε να βρούμε καταφύγιο πέρα στη χαράδρα που βρισκόταν η σκηνή.
      Οι  στρατιώτες μας έριξαν τσουβάλια  γεμάτα από κριθάρι για να πατήσουμε και φθάσουμε ως τη σκηνή. Σε λίγο ήλθε και ο ανθυπολοχαγός της διαχειρίσεως Θεόδωρος Σταθουλόπουλος, από την έδρα του συντάγματός του. Μας έδωσαν τυρί, κουραμάνα, κονσέρβες και ένα εκλεκτό μπουκάλι κονιάκ και ξαπλωθήκαμε επάνω στα βρεγμένα γεμάτα κριθάρι τσουβάλια.
      Με  μουσική υπόκρουση τις συνεχείς εκρήξεις των εχθρικών οβίδων και  σκηνοθεσία το εσωτερικό της σκηνής που ήταν γεμάτη από κιβώτια κονσερβών  και τσουβάλια, ενώ αντιφέγγιζαν εωσφορικές οι λάμψεις των τηλεβόλων  οι αιώνιος, εύθυμος και αδιάφορος, δια τα γύρω συμβαίνοντα την στιγμήν εκείνην, άφθαστος σε στωικότητα, με ατσαλάκωτο το κέφι του και άψογη γλαφυρότητα του ύψους του, ο αμίμητος Στάθης Θωμόπουλος άρχισε μια συζήτηση με τον αλησμόνητο Μαλαβέτα, για το… μουσικό ελαφρό Θέατρο και την Αθηναϊκή νυχτερινή ζωή που νοσταλγούσε 700 χλμ. μακρυά από την πρωτεύουσα.
      Το  χιόνι έπεφτε πυκνό και βαρύ πυροβολικό των Ιταλών δεν σταματούσε ούτε στιγμή. Η χαράδρα όμως όπου είχαμε καταφύγει, ήταν κατά ένα μεγάλο τουλάχιστον  ποσοστό, από τα βλήματα του εχθρικού πυροβολικού ασφαλής. Συνεχίζαμε λοιπόν τη συζήτηση τη φορά αυτή για τις Νίκες του στρατού μας χωρίς να αφήσουμε και το κονιάκ.
      Έτσι  πέρασαν τη νύχτα αυτή του Φεβρουαρίου  τρεις απεσταλμένοι Έλληνες δημοσιογράφοι, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Τεπελένι…».


Ο ΣΠ. ΜΕΛΑΣ ΑΠΟΠΟΙΕΙΤΑΙ
ΤΙΣ «ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ» ΤΙΜΕΣ 
«…Σε  μια επιτελική του Α΄ Σώματος  Στρατού αναγνώριση στα προκεχωρημένα  του Λαμπόβου παρατηρητήρια, που  εμάχετο με τους ευζώνους του ο  ήρωας του Ελ-Αλαμέϊν Παυσανίας Κατσώτας, ετύχαμε της εξαιρετικής τιμής από τον στρατηγό Κοσμά και το επιτελάρχη του Πεντζόπουλο, ο Ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς και ο υποφαινόμενος(σ.σ, ο Χρήστος Κολιάτσος), να ακολουθήσουμε καβάλα σε άλογα το επιτελείο του Σώματος.
Ήταν  τέλη Φεβρουαρίου μέρα παγερή αλλά ηλιόλουστη. Η συνοδεία προχωρούσε σιγά-σιγά, γιατί ο δρόμος ήταν πολύ ανώμαλος. Ο στρατηγός Κοσμάς και ο επιτελάρχης Πεντζόπουλος είχαν στη μέση τον Ακαδημαϊκό Μελά ο οποίος δεν ήθελε να χάσει και την πιο ελάχιστη και ασήμαντη λεπτομέρεια από την αναγνώριση των ανωτάτων στρατιωτικών ηγετών.
      Οι  Ιταλοί, οι οποίοι κατείχαν τα δεσπόζοντα του Τεπελενίου στρατηγικά υψώματα  «Σεντέλι» και «Δόντι» υπεράνω  του χωριού Λέκλι, ως και τα υψώματα  της Κλεισούρας, κοντά στη γέφυρα Δραγκότι, όπου η συμβολή των ποταμών Αώου και Δρίνου αντελήφθησαν από τα παρατηρητήριά τους την παρουσία μας και μας άρχισαν «στις γρήγορες με τις γουρούνες»- έτσι αποκαλούν οι φαντάροι μας τα βλήματα του βαρέος πυροβολικού.
      Οι  Ιταλικές οβίδες έσκασαν μπροστά  μας και ξάφνιασαν τα άλογά μας. Ο στρατηγός δυσφόρησε με την «υποδοχή» που μας έκαναν οι Ιταλοί και άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δική μας ασφάλεια παρά για τη δική του και του επιτελείου του.
      Συνέστησε στον Μελά να κατέβει από το άλογό του και να προφυλαχτεί στα πολλά δεξιά και αριστερά φυσικά βραχώδη καταφύγια εις την προ Λαμπόβου περιοχή. Ο Μελάς αποποιήθηκε τη φιλική του στρατηγού σύσταση και απάντησε: «Δεν φαντάζομαι, στρατηγέ μου ότι η ζωή ενός ή δύο δημοσιογράφων να έχει μεγαλύτερη αξία από τη δική σας».
      Και επέμενε να συνεχίσουμε τον δρόμο  μας. Η επιμονή αυτή του Μελά ανάγκασε τον στρατηγό να κατέβουμε όλοι από τα άλογα και προφυλαχθούμε από τη μανία του Ιταλικού πυροβολικού. Από τα παρατηρητήρια, τα οποία επισκεφθήκαμε αργότερα, παρακολουθήσαμε με τις διόπτρες το απέναντι Τεπελένι, τη γενέτειρα του αιμοδιψούς Αλή Πασά του Τεπελενλή, που ήταν τελείως κατεστραμμένο από τους συνεχείς αγγλικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς.
      Από τη θέση εκείνη που ευρισκόμεθα, το Τεπελένι απείχε σε ευθεία γραμμή περί τα 5 χιλιόμετρα. Με τις διόπτρες παρακολουθήσαμε επίσης την καταστροφή κινουμένων φαλαγγών από Τεπελένι προς Κλεισούρα, από τα επιτυχή πυρά φραγμού και απαγορεύσεως του πυροβολικού μας.
      Το  βράδυ στο σταθμό διοικήσεως του  Α΄ Σώματος Στρατού μας έγινε  και το σχετικό μάθημα πάνω στους επιτελικούς χάρτες για την πρόοδο των επιχειρήσεων από τον επιτελάρχη του Σώματος συνταγματάρχη Πεντζόπουλο και του αντισυνταγματάρχη Λασπιά.
      Στο φιλόξενο σπίτι του Καρατζά στη Δερβιτσάνη, που καταλύσαμε, η όμορφη και αγνή Ελληνοπούλα Βικτωρία ή Βίτα όπως τη φώναζαν οι οικείοι της, που της αφιέρωσε αργότερα ένα χρονογράφημα στην «Καθημερινή» ο Μελάς για τις περιποιήσεις και τα πατριωτικά της αισθήματα, έστρωσε για τον Ακαδημαϊκό συνάδελφο το κρεβάτι, όπου είχε κοιμηθεί πριν λίγες μέρες ο Διάδοχος Παύλος και ο Πρίγκηψ Πέτρος, ενώ για τον υποφαινόμενο παραχωρήθηκε ο απέναντι καναπές.
      Ο Μελάς φθασμένος αυτός και τιμημένος λογοτέχνης, Ακαδημαϊκός και διαπρεπής δημοσιογράφος αποποιήθηκε με ευγένεια τις βασιλικές τιμές, ίσως… διότι εφοβείτο μήπως του διαφθείρουν τα εδώ και κάμποσο καιρό σκληραγωγημένα από τις πολεμικές περιπέτειες ήθη, αυτά τα θαυμάσια χονδρά μάλλινα σκεπάσματα.
      Και μια που ήρθαν έτσι τα πράγματα, ο υποφαινόμενος δεν δίστασε  καθόλου να εκτελέσει τη μικρή  διαδρομή, ταπεινός αυτός, από τον απλό καναπέ στο … «ηγεμονικό» κρεβάτι, όπου ξαπλώθηκε φαρδύς-πλατύς με διάθεση να φιλοσοφήσει… για τα κλωθογυρίσματα της τύχης.
      Οι  κρότοι και οι λάμψεις των Ιταλικών και δικών τηλεβόλων δεν μας  άφησαν να κλείσουμε μάτι. Άλλωστε  ποιος στρατιώτης σε αυτή την πολεμική περιοχή εύρισκε ανάπαυση και ησυχία από τους πολεμικούς και φυσικούς, μέσα σε αυτή την αναθεματισμένη από την βαρυχειμωνιά της Βορείου Ηπείρου, κινδύνους;
      Στο στρατηγείο του Σώματος συναντηθήκαμε  το πρωί με τους συναδέλφους Αθάνατον, Θωμόπουλον, Τριανταφυλλίδην, Καπίτσογλου, Ρούσσον, Μαλαβέταν, Ταχογιάννην, Βεκιάρην και Παντ. Καψή…».
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ
ΣΠ. ΜΕΛΑ, ΣΤΟΝ ΧΡ. ΚΟΛΙΑΤΣΟ
      Αγαπητέ Συνάδελφε 
Να  προλογίσω το βιβλίο σας με τις αναμνήσεις από τον δοξασμένο  πόλεμο του σαράντα; Γιατί όχι;
Αναπολώ πάντα με βαθιά  συγκίνηση τις  μέρες εκείνες  που περάσαμε μαζί με σας και τον  κ. Τριανταφυλλίδη, συχνά  στις πρώτες γραμμές  της φωτιάς, που  δεν το κάναμε από  ευσυνειδησία μονάχα δημοσιογραφική, αλλά και γιατί θέλαμε να νοιώσουμε τον πόλεμο σαν τον απλό φαντάρο, που μαχότανε και κινδύνευε τη ζωή του την κάθε στιγμή.
Θυμηθήκατε  τα επεισόδια της  παλαβής πορείας  μας προς το Τεπελένι, κάτω από τα πυρά του Ιταλικού πυροβολικού  και τις επιδρομές  των αεροπλάνων και  τη γραφική έπειτα διανυκτέρευση στη Δερβιτσιάνη… Και λέτε ότι αρνήθηκα να κοιμηθώ στο βασιλικό κρεβάτι, για να μη χάσω τα σκληραγωγημένα ήθη της εκστρατείας. Αλλά κι αυτήν την άρνηση την υπαγόρευε ο ίδιος πόθος: Να περάσουμε όχι μόνο από όλους τους κινδύνους, αλλά κι όλες τις κακουχίες του φαντάρου.
Ο στρατιώτης, ο υπέροχος του σαράντα…
Ότι και να γράψετε, αγαπητέ  συνάδελφε, γι’ αυτόν  τον ήρωα, θα είναι  πάντα λίγο. Διάβασα  το βιβλίο σας, όπου σημειώνετε με ακρίβεια και ευσυνειδησία τα όσα είδατε, που  μόνο μερικά από αυτά- η δουλειά μας εχώριζε- τα είδαμε μαζί. Ξανάζησα τις θαυμαστές σελίδες της εποποιίας. Ο μεγαλοπρεπέστατος πίνακας της Ελλάδος, ενωμένης κι αρματωμένης στον αγώνα για όλα, για την λευτεριά της και τη λευτεριά του κόσμου, ξεδιπλώθηκε και πάλι μπροστά στα μάτια μου. Σας ευχαριστώ για την συγκίνηση που μου δώσατε.
Βεβαιωθήτε  ότι σας θυμάμαι  πάντα. Σταθήκατε  πλάϊ μου ευγενικός  σύντροφος και  δραστήριος συνεργάτης στη δύσκολη δουλειά  που είχαμε αναλάβει. Σας θυμάμαι και  σαν δημοσιογράφο και σαν άνθρωπο. Τους εξετίμησα και  τους δύο. Κι αν η ανθρωπότης τρελαθή και επιχειρήσει τρίτο πόλεμο θα σας ήθελα πάλι μαζί μου, στη γραμμή της φωτιάς, να περάσουμε το καινούργιο δράμα πλάϊ στο μαχόμενο λαό, σαν και τότε. 
Πάντα δικός σας
ΣΠΥΡΟΣ  ΜΕΛΑΣ
της Ακαδημίας Αθηνών


Στην φωτογραφία στο ελεύθερο Αργυρόκαστρο,
διακρίνονται: ο  Χρήστος Κολιάτσος(πρώτος από δεξιά),
ο ταγματάρχης Γεώρ. Κολιάτσος και  αδελφός του (δεύτερος από αριστερά)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου